Αρχική Τα Ιωάννινα Οδοιπορικό στην Ήπειρο

Οδοιπορικό στην Ήπειρο

Ακολουθώντας τη διαδρομή Πρέβεζα – Ηγουμενίτσα

Μακριά από τα ψηλά βουνά με τα πλούσια δάση και τα όμορφα ορεινά χωριά, η Ήπειρος της δυτικής ακτής κρύβει πολλές εκπλήξεις. Η διαδρομή που οδηγεί από την πόλη της Πρέβεζας στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας, λόγω των σημαντικών αρχαιολογικών και ιστορικών μνημείων που περιλαμβάνει, μπορεί να μετατραπεί σ' ένα «ταξίδι στην Ιστορία». Παράλληλα, η διαμόρφωση των ακτών, με τις πολλές και μεγάλες παραλίες κατά μήκος της διαδρομής, δίνουν την ευκαιρία να γνωρίσει κανείς ένα τελείως διαφορετικό πρόσωπο της Ηπείρου.


Ξεκινώντας το οδοιπορικό από την Πρέβεζα

Η Πρέβεζα, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού, βρίσκεται στο Στόμιο του Αμβρακικού και ο πληθυσμός της φτάνει τους 15.000 κατοίκους.

Ο βιότοπος του Αμβρακικού είναι ένας βιότοπος σπάνιος για την Ευρώπη και από τους καλύτερους στον κόσμο. Σπάνια είδη ψαριών καλλιεργούνται εδώ σε φυσικά ιχθυοτροφεία. Η Πρέβεζα είναι μια σύγχρονη πόλη, με νησιώτικο χρώμα, διατηρώντας στοιχεία του παρελθόντος της, με παλαιά σπίτια, που έχουν διασωθεί, με τα ερειπωμένα τζαμιά και άλλα παλιά κτίρια.

Το όνομα της, κατά μια άποψη, προέρχεται από την ιταλική λέξη πρεβεζιόνι, που σημαίνει προμήθειες και της δόθηκε από τους Νορμανδούς ή τους Ενετούς, οι οποίοι από την Πρέβεζα εφοδίαζαν με τρόφιμα και άλλα είδη την περιοχή. Σύμφωνα με άλλη άποψη, προέρχεται από την αλβανική λέξη πρέβεσα, που σημαίνει πέρασμα. Άρχισε να χτίζεται στα τέλη του 12ου αιώνα, μετά την ερήμωση της ρωμαϊκής Νικόπολης, η οποία βρίσκεται 7 χλμ. βορειοανατολικά. Η Πρέβεζα αποτελούσε «πύλη της Ηπείρου» και αναπτύχθηκε σημαντικά, με αποτέλεσμα, στα τέλη του 18ου αιώνα, να αριθμεί 10.000 κατοίκους.

Επίσκεψη στον Αρχαιολογικό Χώρο της Νικόπολης

Σε απόσταση 7 χλμ. βορειανατολικά της Πρέβεζας, βρίσκεται η Νικόπολη, η πόλη που ίδρυσε ο Οκταβιανός Αύγουστος σε ανάμνηση της νίκης του επί του στόλου του Αντωνίου και της συμμάχου του Κλεοπάτρας, στη Ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ. Το μεγαλείο της Νικόπολης μαρτυρούν δημόσια κτίρια, όπως το θέατρο, το ωδείο και κυρίως, το περίφημο υδραγωγείο που μέσα από ανοιχτούς αγωγούς πάνω σε αψίδες και σήραγγες μετέφερε νερό σε απόσταση 50 χλμ. Το 540 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ενίσχυσε σημαντικά την οχύρωση της πόλης, ενώ τον 10ο αιώνα η πόλη ερημώθηκε εντελώς μετά την κατάληψη της από τους Βούλγαρους.

Ακολουθώντας τη Διαδρομή Πρέβεζα - Ηγουμενίτσα

Η Αρχαία Κασσώπη

Σε απόσταση 28 χλμ. περίπου βορειοδυτικά της Πρέβεζας και 2 χλμ. από το χωριό Καμαρίνα, σώζονται τα ερείπια της αρχαίας Κασσώπης, η οποία υπήρξε το διοικητικό κέντρο των Κασσωπαίων. Η Κασσώπη χτίστηκε στο α 'μισό του 4ου αιώνα π.Χ., σε φυσικά προστατευόμενη θέση, σε οροπέδιο στις νότιες πλαγιές του Ζαλόγγου, σε υψόμετρο 550 - 650 μ. Η πόλη ήταν πολιτικό και διοικητικό κέντρο του Κοινού των Ηπειρωτών και γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση μετά το 350 π.Χ., έχοντας, στην περίοδο της ακμής της, περισσότερους από 10.000 κατοίκους.

Φτάνοντας στην Καστροσυκιά

Ακολουθώντας τον παραλιακό δρόμο προς την Ηγουμενίτσα, βρίσκεται η Καστροσυκιά, με το γυναικείο μοναστήρι της Αγίας Πελαγίας, το οποίο ιδρύθηκε τον 15ο αιώνα καθώς και το χωριό Ριζά, με το κάστρο της Ρινιάσας, όπου έγιναν πολλές μάχες μεταξύ Σουλιωτών και στρατευμάτων του Αλή Πασά.

Εξερευνώντας το Νεκρομαντείο του Αχέροντα

Σε απόσταση 40 χλμ. από την Πρέβεζα, στο δρόμο προς Ηγουμενίτσα, συναντάται η διασταύρωση προς το Νεκρομαντείο του Αχέροντα, το σπουδαιότερο και παλαιότερο νεκρομαντείο της αρχαίας Ελλάδας, το οποίο βρισκόταν κοντά στην πόλη Εφύρα, αρχαία μυκηναϊκή αποικία του 14ου αιώνα π.Χ. και την (αποξηραμένη σήμερα) λίμνη Αχερουσία. Τα ευρήματα του χώρου φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων. Στην αρχαιότητα, πίστευαν ότι οι λίμνες και τα ποτάμια - ιδιαίτερα στα σημεία όπου τα ποτάμια εξαφανίζονταν στη γη για να επανεμφανιστούν λίγο πιο κάτω, όπως συνέβαινε με τον Αχέροντα στη λίμνη Αχερουσία - ήταν ο δρόμος που ακολουθούσαν οι ψυχές των νεκρών προς τον Κάτω Κόσμο. Πίστευαν επίσης, ότι οι ψυχές είχαν υπεράνθρωπες ιδιότητες και μπορούσαν να προβλέψουν το μέλλον. Στο χώρο του Νεκρομαντείου χτίστηκε, τον 18ο αιώνα, μονή αφιερωμένη στη Γέννηση του Προδρόμου (αποτελούσε μετόχι της Μονής του όρους Σινά). Από το συγκρότημα σώζεται σήμερα μόνο το καθολικό, καθώς τα ερειπωμένα κελιά ανασκάφηκαν για να αποκαλυφθούν οι χώροι του Νεκρομαντείου.

Συνεχίζοντας το οδοιπορικό στην Πάργα

Οι πρώτοι κάτοικοι της Πάργας ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη τον 12ο αιώνα. Το 1360, για να αποφύγουν τις επιδρομές των Αλβανών, οι κάτοικοι της κατέφυγαν στον απρόσιτο βράχο όπου σήμερα σώζεται το κάστρο που έχτισαν οι Ενετοί. Το 1657, οι Τούρκοι προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να καταλάβουν την Πάργα. Το 1797 η πόλη πέρασε στα χέρια των Γάλλων και το 1814 των Αγγλων. Οι Αγγλοι το 1817, την πούλησαν στον Αλή Πασά. Το 1819 οι κάτοικοι της αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν και να εγκατασταθούν στην Κέρκυρα. Η ενσωμάτωση της Πάργας στο ελληνικό κράτος ακολούθησε την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, το 1913. Η βόλτα στο ενετικό κάστρο είναι «εκ των ων ουκ άνευ» για κάθε επισκέπτη της Πάργας. Από το κάστρο, οι επισκέπτες μπορούν να αγναντεύουν στο βάθος τους Παξούς και τους Αντίπαξους.

Συνεχίζοντας στα Σύβοτα

Ακολουθώντας τη διαδρομή από Πάργα προς Ηγουμενίτσα από τον παραλιακό δρόμο, είναι η Ανθούσα, όμορφο χωριό με 40 βρύσες, καταρράκτη και εξαιρετική θέα από το κάστρο της. Μετά από μια σειρά όμορφες παραλίες, όπως το Καραβοστάσι, η Αγία Παρασκευή, η Ζαβιό και ο Αρίλλας (μια από τις ωραιότερες παραλίες της Ηπείρου), θα φτάσετε μέσα από ελαιώνες στα Σύβοτα. Τα Σύβοτα, ή Μούρτος όπως τα έλεγαν οι Τούρκοι, περιστοιχίζονται από τις βραχονησίδες Μαύρο όρος, Άγιος Νικόλαος και Μπέλα Βράκα, οι οποίες είναι προσβάσιμες με βάρκα. Βόρεια από τα Σύβοτα υπάρχουν αρκετές όμορφες μικρές παραλίες, καθώς και μια μεγάλη παραλία στην Πλαταριά.

Καταλήγοντας στην Ηγουμενίτσα

Η Ηγουμενίτσα είναι η πρωτεύουσα του Νομού Θεσπρωτίας, και το σημαντικότερο λιμάνι επικοινωνίας της Ελλάδας με τη δυτική Ευρώπη. Είναι χτισμένη στο βόρειο τμήμα του νομού Θεσπρωτίας, στο μυχό του ομώνυμου κόλπου και απέναντι από την Κέρκυρα. Είναι μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη που διατηρεί τις τοπικές της ιδιαιτερότητες. Στην Ηγουμενίτσα και τους γύρω οικισμούς πραγματοποιούνται πολιτιστικές και ψυχαγωγικές εκδηλώσεις όλη την περίοδο του καλοκαιριού με περιεχόμενο τη μουσική, το χορό, το θέατρο, τον κινηματογράφο, εικαστικές εκθέσεις, προβολές, θαλάσσια αθλήματα, παραδοσιακά πανηγύρια. Στην πόλη αξίζει να επισκεφθεί κανείς το δασύλλιο, όπου βρίσκονται τα ερείπια του τουρκικού κάστρου που κατέστρεψε το 1685 ο Ενετός Μοροζίνι. Η πόλη απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό το 1913 στη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου. Μέχρι την αναγόρευση της σε πρωτεύουσα του νομού Θεσπρωτίας το 1936 ήταν ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό με 500 κατοίκους. Καταστράφηκε εντελώς από το γερμανικό στρατό το 1944 κατά την αποχώρηση του από την Ελλάδα και ανοικοδομήθηκε εκ νέου στην ίδια θέση αυτή τη φορά με την όψη σύγχρονης πόλης. Όμως μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 μόνο μικρά σκάφη μπορούσαν να ελλιμενιστούν στην Ηγουμενίτσα.

Με την εκβάθυνση του λιμανιού και τη δημιουργία πορθμιακής γραμμής Ηγουμενίτσας -Κέρκυρας αρχικά και στη συνέχεια Ιταλίας - Ηγουμενίτσας, η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία.

Συναντώντας την Παραμυθιά

Σε απόσταση 22 χλμ. ανατολικά της Ηγουμενίτσας, πηγαίνοντας προς Ιωάννινα, βρίσκεται η διασταύρωση προς Παραμυθιά. Περνώντας το Νεοχώρι, την Κρυσταλλοπηγή και τα ερείπια της αρχαίας Φωτικής στη θέση Λιμπότη, συναντούμε τη γραφική κωμόπολη της Παραμυθιάς, όπου μπορείτε να δείτε το μεσαιωνικό κάστρο, το βενετσιάνικο ρολόι - που λειτουργεί με βαρίδια - στο κέντρο της πόλης, καθώς και τη βυζαντινή εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου. Η εκκλησία είχε και το προσωνύμιο Παναγία Παρηγορήτισσα, από όπου ίσως προέρχεται και η ονομασία της πόλης (παραμυθία = παρηγοριά).

Το Σούλι

Γνωρίζοντας τους ανυπότακτους Σουλιώτες

Η ορεινή και δυσπρόσιτη περιοχή του Σουλίου κατοικήθηκε τον 16ο αιώνα από πληθυσμούς που εικάζεται ότι ήταν «κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών». Σύντομα τα χωριά του Σουλίου συγκρότησαν ένας είδος ομοσπονδίας. Οι Σουλιώτες ήταν πειθαρχημένοι, γενναίοι, με αυστηρά ήθη, αφιλοχρήματοι, μεγαλόψυχοι, φιλοπάτριδες. Δεν υποτάχθηκαν στους Τούρκους και πλήρωναν μόνο φόρους, τους οποίους συγκέντρωναν οι ίδιοι από τα χωριό τους, αλλά και από τους υποτελείς θεσπρωτούς. Στα τέλη του 17ου αιώνα αρχίζουν οι συγκρούσεις τους με τους Τούρκους. Μάταια η Υψηλή Πύλη προσπάθησε επανειλημμένα να τους υποτάξει. Το 1721, ο πασάς των Ιωαννίνων αναγκάστηκε να υποχωρήσει όταν εξαπέλυσε επίθεση εναντίον τους. Το 1732, το 1754, το 1759, το 1762, σημειώθηκαν εξεγέρσεις κατά των Τούρκων τοπαρχών, ενώ το 1771, οι Τούρκοι χρειάστηκε και πάλι να καταστείλουν νέα εξέγερση των Σουλιωτών.

Το 1789 εγκαθίσταται στο πασαλίκι των Ιωαννίνων ο Αλής Πασάς. Πρωταρχικό του μέλημα υπήρξε η υποταγή των Σουλιωτών. Τον ίδιο κιόλας χρόνο κίνησε εκστρατεία, που όμως είχε άδοξο τέλος. Το 1798 ο Αλής Πασάς καταλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την Πρέβεζα και το 1800 αρχίζει την ασφυκτική πολιορκία του Σουλίου. Οι Σουλιώτες μάταια απηύθυναν έκκληση στον τσάρο Αλέξανδρο, στις αρχές του 1803. Τον Δεκέμβριο, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.

Η έξοδος αυτή σημαδεύτηκε από δυο γεγονότα - σταθμούς στους αγώνες των Ελλήνων για ανεξαρτησία. Στο Κούγκι, στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, ο καλόγερος Σαμουήλ πυροδότησε τα πολεμοφόδια και μαζί με άλλους πέντε Σουλιώτες ανατινάχθηκαν. Μια από τις ομάδες των Σουλιωτών, αποτελούμενη κυρίως από γυναικόπαιδα, αποκλείστηκε στην κορυφή Στεφάνι και για να αποφύγουν την αιχμαλωσία, έπεσαν στον γκρεμό. Στο σημείο αυτό έχει ανεγερθεί το μνημείο του Ζαλόγγου.

Όσοι γλίτωσαν κατέφυγαν είτε στην Κέρκυρα, είτε στα Άγραφα και από εκεί στη Μονή Σέλτσου. Οι τελευταίοι πολιορκήθηκαν εκ νέου από τον Αλή Πασά. Πολλοί αιχμαλωτίστηκαν, ενώ ομάδα γυναικών και παιδιών ακολούθησε το παράδειγμα των ηρωίδων του Ζαλόγγου.