Σε μια μεγάλη θρησκευτική γιορτή της αρχαίας Αθήνας προς τιμή του Διονύσου γεννήθηκε το θέατρο, έγινε δηλαδή η πρώτη θεατρική παράσταση. Έκτοτε όλες οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές των Ελλήνων περιλάμβαναν και θεατρικές παραστάσεις, τραγωδίες ή κωμωδίες.
Θέατρα κτίζονταν κατά κανόνα στις πόλεις, αλλά και μερικά μεγάλα πανελλήνια ιερά είχαν το δικό τους θέατρο, αφού στους αγώνες που γινόταν προς τιμή του τιμώμενου θεού περιλαμβάνονταν και οι θεατρικοί αγώνες. Τέτοιοι αγώνες γινόταν και στη Δωδώνη κατά τη διάρκεια της εορτής των Ναίων.
Το θέατρο της Δωδώνης χτίστηκε στις αρχές του 3ου αι. π.Χ., στα πλαίσια της οικοδομικής πολιτικής του Πύρρου για τη Δωδώνη. Καταστράφηκε και επισκευάστηκε δυο φορές, έως ότου, στο τέλος του 1ου αι. π.Χ., μετατράπηκε από τους Ρωμαίους σε αρένα για τη διεξαγωγή θηριομαχιών. Για τη θέση του θεάτρου, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα της Ελλάδας, επιλέχθηκε μια φυσική κοιλότητα στην πλαγία του λόφου που στους πρόποδές του απλώνεται το ιερό της Δωδώνης. Από τις θέσεις τους οι θεατές αντίκριζαν την στενόμακρη κοιλάδα που ανοίγεται νότια του ιερού, ενώ οι προσκυνητές που έφθαναν από το νότο, από μακριά διέκριναν το επιβλητικό θέατρο.
Το σχέδιο του θεάτρου της Δωδώνης ακολουθεί το σχέδιο όλων των αρχαίων ελληνικών θεάτρων: στο κέντρο του, ένας επίπεδος κυκλικός χώρος, λέγεται ορχήστρα. Στο κέντρο της ορχήστρας ήταν τοποθετημένος ένας βωμός αφιερωμένος στο θεό του θεάτρου Διόνυσο, η θυμέλη. Στην ορχήστρα, κατά τη διάρκεια της παράστασης ο «χορός», η ομάδα των χορευτών, κινούνταν και τραγουδούσε. Οι θεατές καθόταν στο αμφιθεατρικό κοίλωμα που διαμορφώνεται στην πλαγιά του λόφου. Το μέρος αυτό του θεάτρου λέγεται κοίλον. Λόγω του εξαιρετικά μεγάλου μεγέθους του, το κοίλο στηρίζεται από γύρω με ισχυρούς αναλληματικούς τοίχους που στις όψεις διαμορφώνουν πυργοειδής αντηρίδες. Οι σειρές των πέτρινων εδωλίων, των καθισμάτων δηλαδή, διακόπτονται από διαδρόμους οριζόντιους, τα διαζώματα και από κάθετες σκάλες που εξυπηρετούν την κυκλοφορία των θεατών. Τα τέσσερα διαζώματα του θεάτρου της Δωδώνης διαιρούν το κοίλο σε τρία οριζόντια τμήματα, ενώ δέκα ακτινωτές σκάλες το χωρίζουν σε εννέα κάθετα τμήματα, τις κερκίδες. Η πρώτη σειρά καθισμάτων όπου κάθονταν οι επίσημοι λέγεται προεδρία. Πίσω από την ορχήστρα υπήρχε ένα ορθογώνιο διώροφο οικοδόμημα, η σκηνή, όπου προετοιμάζονταν οι ηθοποιοί («υποκριτές»). Οι ηθοποιοί έπαιζαν στο χώρο μεταξύ της σκηνής και της ορχήστρας, επάνω σε μια υπερυψωμένη εξέδρα, ξύλινη αρχικά και αργότερα λίθινη, το προσκήνιο.
Στα αρχαία χρόνια οι παραστάσεις δεν γίνονταν το βράδυ, όπως συνηθίζεται σήμερα. Ξεκινούσαν πολύ πρωί, με την ανατολή του ήλιου και τελείωναν το απόγευμα. Οι ηθοποιοί ήταν πάντοτε άντρες. Έτσι, για να ερμηνεύσουν πειστικά τους διάφορους ρόλους, αντρικούς ή γυναικείους, νέων ή ηλικιωμένων, φορούσαν στο πρόσωποτους πήλινες μάσκες. Στις παραστάσεις κωμωδίας οι μάσκες ήταν αστείες και προκαλούσαν γέλιο.
Στα ρωμαϊκά χρόνια στην ορχήστρα γινόταν θηριομαχίες ή μονομαχίες. Για να προστατεύονται οι θεατές από τα άγρια θηρία κτίστηκε μεταξύ της ορχήστρας και του κοίλου ο ψηλός ημικυκλικός τοίχος που σώζεται μέχρι σήμερα.